ΠΑΝΤΕΡΜΟ ΡΑΚΟΚΑΖΑΝΟ(ΤΟΥ ΛΑΟΥΤΙΕΡΗ ΝΙΚΟΥ ΚΑΡΑΒΥΡΑΚΗ)

  • 6
  •  
  •  
  •  
  •   
  •  
    6
    Shares

ΠΑΝΤΕΡΜΟ ΡΑΚΟΚΑΖΑΝΟ
Όλα τα καλέσματα μπορώ να τ’ αρνηθώ, εξόν από ένα:
Αυτό του ρακοκάζανου.
Όχι πως έχω βιώματα, ακούσματα και θύμησες που να με σπρώχνουνε στην αγκαλιά του, μα θαρρώ πως ετούτονα το σκεύος κρύβει μέσα του ολόκληρη τη στράτα απού ‘χει πορπατήξει η αθρώπινη ψυχή, και την ποδέλοιπη απού ‘χει ομπρός της να πορπατήξει.
Μιλώ για την ψυχή, γιατί αμοναχά αυτή μπορεί να ονειρεύεται, να λαχταρά, να ταξιδεύει στους εφτά ουρανούς, να τρυπά σαν το νεροσκούλικα το χώμα και να φτάνει στα έγκατα τση γης, να αντέχει το ασήκωτο φορτίο της ομορφιάς, να αντιμάχεται την ασκήμια, να πολεμά το άδικο, να κανακεύει το δίκιο, να τιμά την πρεπιά, να συνομιλεί με το Θεό, να νταλαβερίζεται με τον αρχιδιάολο, να γεμίζει κάλλη το κορμί, να χαρίζει νόημα στη ζήση κι αλά μπιλίρι ίντ’ άλλα κατορθώματα μπορεί και πετυχαίνει, που κιαμιά άλλη δύναμη του συμπάντου δεν τα μπορεί.
Εκστασιάζομαι, κι αποσβολώνομαι να κάθομαι κουκουβιστός ομπρός στο καζάνι μολαίρνοντας λεύτερες τις αιστήσεις μου να βοσκήσουνε ευτυχία ίσαμε να σκάσουνε.
Τα μάθια μου βοσκούνε τις θεϊκές εικόνες των αναμμένων λιόξυλων που καίγονται, και καίνε, ποκάτω από το καζάνι, μετατρέποντας τη φωθιά της καταστροφής, σε πύρινη δύναμη μετάλλαξης του χειροπιαστού σε ονειρεμένο. Βοσκούνε τα μάθια μου από το χάλκινο καζάνι που ‘ναι σαν το άγιο δισκοπότηρο, αφού το ίδιο θάμα κάνει: Μετατρέπει το σταφύλι και τη φωθιά σε μεταλάβωση τση ψυχής του αθρώπου. Βοσκούνε τα μάθια μου από τον ίδρω που αυλακώνει το κούτελο και τα μάγουλα του καζανάρη και την έκφραση της αγωνίας του τη στιγμή που σηκώνει το καπάκι και ντακέρνει το ξεκαζάνιασμα. Βοσκούνε τα μάθια μου από την τεράστια συντροφική χαρά που ‘ χει ο Θιός μοιρασμένη σ’ όλους τους φίλους απού ‘ναι μαζωμένοι, γιορτάζοντας τη νεκρανάσταση του αρχαίου θεού, απού τονε λέγανε Διόνυσο, κι απού ξαναγεννιέται μέσα από την καπνιά των λιόκλαδων, μέσα από τον ατμό του ρακοκάζανου και μέσα από τα χνώτα τ’ αθρώπου.
Σφαλίζω τα μάθια μου, σαν ποβοσκήσουνε και χορτάσουνε εικόνες και άπειρα γεννοβολήματα άλλων φανταστικών εικόνων, και παρακλουθώ τ΄αφτιά μου που κι αυτά με τη δικιά τους βοσκή καταγίνονται.
Βοσκούνε τ’ αφτιά από το τσιτσίρισμα των βλοημένων ξύλων, που θυσιάζονται στη λειτουργιά, βοσκούνε στο χοχλάκιασμα των σταφυλιών στο καζάνι, βοσκούνε στα γέλια και στα πειράγματα των συντρόφων, βοσκούνε στα τσουγκρίσματα των ποτηριών, βοσκούνε στις μαντινάδες, στα ριζίτικα και σ’ όλα τ’ αναστανάγματα  τση καρδιάς, που πορίζουνε από τα χείλια. Βόσκουνε στο τρεμούλιασμα των χορδών τση λύρας και του λαγούτου, στο πανωκατέβασμα της μπένας του μαντολίνου και στο φουσκωμαξεφούσκωμα της ασκομαντούρας. Βοσκούνε και με τση χτύπους τση καρδιάς, που όσο πληθαίνει η ρακή στη ντενέκα, τόσο πιο βροντεροί γίνονται.
Σφαλίζω και τ’ αφτιά μου, σαν ποβοσκήσουνε και χορτάσουνε ήχους και άπειρα γεννοβολήματα άλλων φανταστικών ήχων, και παρακλουθώ τη όσφρυση μου, που κι αυτή με τη δικιά της βοσκή καταγίνεται.
Βοσκίζει η μύτη μου πανδαισία μυρωδιών. Βοσκίζει τη μυρωδιά των στράφυλων την ώρα που φκεραίνονται στο καζάνι κι αποχαιρετούνε την προηγούμενη ζωή τους.Βοσκά στο λιβάδι των αρωμάτων που αποδρούνε από τις χαραμάδες του καπακιού και σκορπιούνται στην ατμόσφαιρα. Βοσκίζει από τα κρέατα που ψήνονται στα κάρβουνα, για να συνοδέψουνε τη ρακή στο δρόμο της προς τη μπούκα, και προς την ψυχή των συντρόφων, που ανημένουνε τη ρακομεταλαβιά. Βοσκίζονται από τη μυρωδιά της καινουργιογεννημένης ρακής, που στάζει από το πιπιρόλι στο χάσικο πανί για να φιλτραριστεί. Και βοσκίζει και στη μυρωδιά των λιόκλαδων που θυσιάζονται ποκάτω από το καζάνι, εκειά απούναι το θυσιαστήριο προς τιμή της ψυχής του αθρωποθεού.
Σφαλίζω και τη μύτη μου, σαν αποβοσκίσει και χορτάσει μυρωδιές και άπειρα γεννοβολήματα φανταστικών μυρωδιών, και παρακλουθώ την αφή μου, που κι αυτή με τη δικιά της βοσκή καταγίνεται.
Βοσκούνε και οι παλάμες μου, σαν πεινασμένες από καιρό, στο ναό του ρακοκάζανου. Βοσκούνε στα χεροσφιξήματα με τους συντρόφους, στα αδερφικά χτυπήματα στση πλάτες. Βοσκούνε στο πιάσιμο της καυτής οφτής πατάτας μόλις αποσυρθεί από τα κάρβουνα και στο ζούλιγμα της για να δεχτεί στα σπλάχνα της το λεμόνι και τ’ αλάτσι. Βοσκούνε στο πιάσιμο του ρακοπότηρου, στο σπάσιμο του παξιμαδιού και στο σφούγγισμα των χειλιών και των μουστακιών με τα δαχτύλια. Βοσκούνε σαν κοντοσιμώσουνε στα αναμμένα κάρβουνα κι ετούτη η ζεστασά ίσαμε την ψυχή φτάνει, και τη ζεσταίνει κι αυτήν την κακομοίρα.
Σφαλίζω και την αφή μου, σαν αποβοσκίσει και χορτάσει ζεστασές και άπειρα γεννοβολήματα φανταστικών ζεστασών, και παρακλουθώ τη γέψη μου, που κι αυτή με τη δικιά της βοσκή καταγίνεται.
Στη γέψη μου, βασιλιάς και παντοκράτορας είναι η ρακή. Η καθαρή, η ατόφια, η πρωτόγονη, η αρχέτυπη, η γνήσια, η κρητικιά ρακή. Χωρίς ανακατέματα, δίχως μπασταρδέματα, χωρίς φτιασίδια, δίχως μαϊμουνιές, χωρίς γευστικά μπιχλιμπίδια και ξενόφερτα καραγκιοζλίκια.
Γιατί η ρακή, ή είναι ρακή ή δεν είναι. Ο,τι δήποτε άλλο μπορεί να ‘ναι άμα μπασταρδευτεί, μα ρακή δεν είναι.
Μοναχά στην αμπαστάρδευτη ρακή αφήνω τη γέψη μου να βοσκήσει.
Και την έχω εχπαιδέψει

  • 6
  •  
  •  
  •  
  •   
  •  
    6
    Shares

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *